Τετάρτη, 19 Ιανουαρίου 2011

Σιγριανό Λεξικό (για να μαθαίνουμε)

Αγκρισμένος, –η, –ο (αγκρίζω): αυτός που βρίσκεται σε περίοδο αναπαραγωγής / πολύ ερεθισμένος, σε έξαψη «πρόσεχέ τον, γιατί είναι αγκρισμένος!»

Αδιαφόρετος, -η, ο: ο ανεπρόκοπος, ο ανίκανος «βρε την αδιαφόρετ’, ούτε ένα κουμπί σεν μπορεί να ράψ’»

Αλλοσουσούμιαστος, –η, –ο (άλλος + σουσούμι): που έχει αλλάξει όψη / που έχει ταλαιπωρηθεί τόσο που δεν αναγνωρίζεται πλέον «ήρθε, αλλοσουσούμιαστη! Πού είναι που έβγαινε και βούιζε ο κόσμος!»

Αλιπανάβατος, –η, –ο: ψωμί που δεν έχει «ανέβει» καλά κι έχει κακοψηθεί / παραμορφωμένος, άσχημος «άντε βρε αλιπανάβατε!»

Αλμπουρίζω: αναποδογυρίζω, φέρνω το επάνω κάτω / ρίχνω κάτω «πρόσεχε, θα το αλμπουρί’εις, θα σπάσ’, και δεν έχω άλλο»

Ανεγορεύω: ψάχνω, αναζητώ «έχασε το γάιδαρο Κυριακή, βγήκε να τον ανεγορέψει Πέμπτη!»

Ανεφουδώ: υποβαστάζω προκειμένου να διατηρηθεί η ισορροπία σε υποζύγιο / βοηθώ σε μια δύσκολη κατάσταση «ανεφούδα, γιατί θα πέσω!»

Αντάσωρας: σε λάθος στιγμή, κατόπιν εορτής

Απανωγότερος, -η, -ο: αυτός που θέλει να βγαίνει από πάνω, να έχει την τελευταία λέξη «εμ είχε τη φωλιά τ’ χεσμέν’, εμ βγήκε κι από πάνω απανωγότερος!»

Άραμ και μη!: δεν με νοιάζει! «βρε δε μπα’ να πνιγείς! Άραμ και μη!»

Αραντίζω: ψάχνω, διερευνώ «αράντισε το σπίτ’, αλλά δε το βρήκε κι έσκασε!»

Άρατα-πάρατα: κακείν-κακώς / με βιασύνη και χωρίς προγραμματισμό «τα μαζέψαν άρατα πάρατα και φύγαν, γιατί αλλιώς θα τση πετούσαν στη θάλασσα!»

Βαριαντάσωρας: πολύ κατόπιν εορτής / κάτι που έχει γίνει χωρίς κέφι «να ‘τος κι ήρθε βαριαντάσωρας, να κάνει τι;»

Γιοφκάδες: οι χυλοπίτες

Γκοικώ και Γροικίζω: ευχαριστιέμαι, απολαμβάνω «ήρθε η διπλανή κι έκατσε με τις ώρες – δεν τον γροίκισα σήμερα τον καφέ!»

Γνωστικός, -ιά, -ό: ο λογικός «αυτός είναι γνωστικός, δεν είναι σαν και σένα!»

Γουλιάρης, -α, -ικο: ο λαίμαργος, ο κοιλιόδουλος / αυτός που θέλει πάρα πολλά “φάτε εσείς. Εγώ δεν είμαι γουλιάρα, είμαι παραπονιάρα!”

Διαρμίζω: τακτοποιώ, βάζω σε τάξη «τι διαρμί’εις εκεί πέρα, άστα και φύγε!»

Ζιχούνα: ο βήχας

Ζούπα: μούσκεμα, εντελώς βρεγμένα «μούλια με έκανες!»

Ικράμι: ο ξυλοδαρμός «του έκανε ένα ικράμι, που θα το θυμάται!»

Κακομιζάκατος: κακοντυμένος, που φοράει ανάκατα τα ρούχα του «σκώσε τα παντελόνια σ’. Καλά καλά κακομιζάκατος είσαι πια!»

Κανάτι: το παντζούρι

Κατσιρντάω και κατσιρντίζω: ξεφεύγω, γλιτώνω από κάτι που ήθελα να αποφύγω «με κυνηγούσε εκείνος, αλλά του κατσίρντισα εγώ!»

Κουλίκι: το κουλούρι, το σιμίτι

Κούρκατα: στη φράση «γυρίζω κούρκατα» γυρίζω γύρω από τον εαυτό μου, στροβιλίζομαι

Λιμπίζομαι: ορέγομαι κάτι, επιθυμώ «τι το λιμπίστηκες και το πήρες αυτό το καταφρόνιο;»

Λουπάζω: κουρνιάζω, κρύβομαι, όντας φοβισμένος ή σε άδικο «λούπαξε σε μια γωνιά και δεν έβγαλε κιχ ο καημένος»

Ματίζω(μάτι): συμπληρώνω / φτιάχνω, επισκευάζω «ώρες το μάτιζε το δίχτυ»

Μοίρα (αρχ. Μοίρα, μείρομαι = παίρνω το μερίδιό μου): ένα μικρό κομμάτι, δείγμα: «χταπόδι έφτιαξα, έλα να πάρεις μια μοίρα»

Μούλια: μούσκεμα, εντελώς βρεγμένα «έριξε ένα νερό, μούλια γίναμε! Μέχρι το βρακί!»

Μπαριντώ: βρίσκω την ησυχία μου / βρίσκω καταφύγιο «πουθενά δε μπορέσαμε να μπαριντίσουμε πουθενά, στο ποδάρι την περάσαμε τόσες ώρες!»

Μπιζιρίζω: βασανίζομαι να καταφέρω κάτι και αργοπορώ «γαμπρέ μου παρακαλετέ, μπιζέρισες να πεις το ναι»

Μπιτίζω: τελειώνω, ολοκληρώνω «ακόμα να το μπιτίσει το μανίκι, η προκομένη…»

Μπούκα: η είσοδος «η μπούκα του λιμανιού». Φράση: «στη μπούκα του ντουφεκιού σε έχω!» σ’ έχω στο μάτι

Μπουμπουνητό: η βροντή

Μπουμπουνίζω: βροντώ «θα τα μπουμπουνίξω κάτω και θα φύγω!»

Μπουρντίζω: στρίβω / συστρέφω / περιστρέφω / στρεβλώνω κάτι «του μπούρντισε τ’ αφτί τ’, κόντεψε να του το βγάλ’!»

Νταλντίζω, νταλντίζομαι: ζαλίζω, ζαλίζομαι «σώπαινε πια, νταλντίστηκα!»

Νειδώ (ονειδίζω): κατηγορώ, συκοφαντώ - συνήθως δημόσια / μέμφομαι «το τι τη νείδισε, άλλο πράμα!»

Ξηλο-: πρώτο συνθετικό λέξεων φιλικών και περιπαικτικών, με δεύτερο συνθετικό κύρια ονόματα ή άλλα επίθετα ξηλο-Κουζούνης, ξηλο-Κιντάς, ξηλο-Βγενιώ

Ξηλώνομαι (μεταγ. Εξηλώ, εξ + ήλος = καρφί) απορροφιέμαι σε κάτι, χάνοντας την αίσθηση του χρόνου «ξηλώθηκα με τα παιδιά και το ’καψα το φαΐ»

Ξηλωμένος, -η, -ο: ο χαζούλης, που τα χάνει λίγο, που αφαιρείται «καλά καλά ξηλωμένος είσαι;»

Ξίκης, -ισσα, -ικο και Ξίκικος: λιποβαρής / λειψός / χαζούλης «άντε βρε ξίκ’, όλα τα ξεραίνεσαι εσύ πια!». Πολύ συνηθισμένη προσφώνηση στο Σίγρι, προσφυγικό κατάλοιπο

Πάντα: περικαλλές ύφασμα ή κεντητό συχνά με απεικόνιση, που κρεμιέται στον τοίχο

Περεχύνομαι: λούζομαι ή βρέχομαι με κάτι «τι ήθελα και άνοιγα το στόμα μ’; όλα τα περεχύθηκα τώρα!»

Πορτομανές (γαλλ. Porte-monnaie): το πορτοφόλι για κέρματα

Πόστα: στη φράση «βάζω πόστα» μαλώνω, βάζω κάποιον στη θέση του

Πούπετα: πουθενά «εδώ θα κάτσ’ς, δεν έχεις να πάς πούπετα!»

Σαρδέλα: το φυτό γεράνι και το λουλούδι του

Σικί και σικιντί: βιάση, φούρια «είχε ένα σικί και πήγαινε, πού να τον πιά’εις»

Σκαλομαθρεύω: ψάχνω, ανασκαλεύω και χαλάω την τάξη των πραγμάτων, σκαλίζω / περνάω τον καιρό μου ασχολούμενος με επουσιώδη πράγματα «τι σκαλομαθρεύεις τόσες ώρες εκεί πέρα;»

Σκουρδούλα, στη φράση «τι σκουρδούλα»: τι στην ευχή

Σουρουσούγελα: ομαδικώς και ατάκτως «πλακώσαν σουρουσούγελα όλα τα καλόπαιδα, να αποσώσουν ότι έμεινε»

Σουσουμιάζω (σουσούμι): περιγράφω, εξαίρω τα χαρακτηριστικά κάποιου / αναγνωρίζω την καταγωγή κάποιου με βάση τα κοινά χαρακτηριστικά «καλά σε σουσούμιασα εγώ, δικό μας παιδί είσαι!»

Συράνα: το φαράσι

Ταβλαρίκι: πάνω σε σανίδα / ημιθανής «ήπιε, ήπιε, στο τέλος τον βγάλαν ταβλαρίκι απ’ το μαγαζί»

Τζάτζαλα-μάτζαλα: πράγματα ευτελή και ανάκατα «μάζεψε όσα τζάτζαλα-μάτζαλα είχε και πήρε δρόμο»

Τσαγανάκια: τα καβουράκια

Τροπικός, -ιά, -ό: ο έχων καλούς τρόπους στις συναναστροφές του «αμ τι τροπικό αυτό το παιδί!»

Τσακανίζω: χτυπώ, συγκρούω δυο αντικείμενα που σπάζουν, τσουγκρίζω «φέτος το Πάσχα δεν τσακανίσαμε αυγά»

Τσοπτσής: ο άσχημα ντυμένος / αλήτης «οι τσοπτσήδες! Τι ήρθαν να κάνουν σ’ αυτό το σπίτι;»

Χαρανί: κατσαρόλα μαγειρέματος

Χατάς: φασαρία, αναμπουμπούλα «έγινε ένας χατάς χτες! Ποιος χτυπούσε ποιον, δεν κατάλαβα!»

Δεν υπάρχουν σχόλια: